σκαι-ότης,ητος,ἡ, (
A.
σκαιός
111
)awkwardness,ἀγνωμοσύνη καὶ ς. Hdt. 7.9 . β́; αὐθαδία τοι σκαιότητ' ὀφλισκάνει
S. Ant. 1028
;ἐν ἀμαθίᾳ καὶ ς. Pl. R. 411e ;ς. πλουσία, opp.σοφὴ πενία, Critias 29
D. ; ς. τῶν τρόπων
D. 6.19
.
awkwardness
σκαι-ότης,ητος,ἡ, (
A.
σκαιός
111
)awkwardness,ἀγνωμοσύνη καὶ ς. Hdt. 7.9 . β́; αὐθαδία τοι σκαιότητ' ὀφλισκάνει
S. Ant. 1028
;ἐν ἀμαθίᾳ καὶ ς. Pl. R. 411e ;ς. πλουσία, opp.σοφὴ πενία, Critias 29
D. ; ς. τῶν τρόπων
D. 6.19
.