σκᾰλαπάζει: ῥέμβεται, Hsch. (Cf.σκαλπάζειν, καλπάζω, ἀνακαλπάζω.)σκάλατος: ὁ σκαφιτός(i.e.-ητός), Id.
σκᾰλαπάζει:
Gloss
σκᾰλαπάζει: ῥέμβεται , Hsch. (Cf. σκαλπάζειν, καλπάζω, ἀνακαλπάζω .) σκάλατος: ὁ σκαφιτός (i.e. -ητός ), Id.
σκᾰλαπάζει: ῥέμβεται , Hsch. (Cf. σκαλπάζειν, καλπάζω, ἀνακαλπάζω .) σκάλατος: ὁ σκαφιτός (i.e. -ητός ), Id.
σκᾰλαπάζει: ῥέμβεται, Hsch. (Cf.σκαλπάζειν, καλπάζω, ἀνακαλπάζω.)σκάλατος: ὁ σκαφιτός(i.e.-ητός), Id.