σκαπερδεύω, in Hippon. 1 , expld. by Tz. ( An.Ox. 3.351 , where-παρδ-)συμμαχῆσαι: but by Hsch. ,λοιδορῆσαι: cf.σκαρπαδεῦσαι: κρῖναι, andκαπαρδεῦσαι: μαντεύσασθαι, Id.
σκαπερδεύω
Gloss
σκαπερδεύω , in Hippon. 1 , expld. by Tz. ( An.Ox. 3.351 , where -παρδ- ) συμμαχῆσαι : but by Hsch. , λοιδορῆσαι : cf. σκαρπαδεῦσαι: κρῖναι , and καπαρδεῦσαι: μαντεύσασθαι , Id.