LSJσκάπ-τειραGlossσκάπ-τειρα , ἡ , fem. of σκαπτήρ, ς. δίκελλα AP 6.21 .σκάπ-τειρα,ἡ, fem. ofA.σκαπτήρ, ς. δίκελλαAP 6.21.ReferencesAP 6.21