σκάρος[ᾰ],εος,τό,
A.
= σκαρθμός , EM 723.2 .σκαρπαδεῦσαι, v. σκαπερδεύω .σκάρτας: ταχύς, Hsch.
σκαρφᾶσθαι: σκεδάννυσθαι, Id. (Cf.Ῥοδοσκάρφα.)σκάρφος, v. κάρφος .
σκάρος [ ᾰ], εος , τό , = σκαρθμός , EM 723.2 . σκαρπαδεῦσαι , v. σκαπερδεύω . σκάρτας: ταχύς , Hsch. σκαρφᾶσθαι: σκεδάννυσθαι , Id. (Cf. Ῥοδοσκάρφα .) σκάρφος , v. κάρφος .
σκάρος[ᾰ],εος,τό,
A.
= σκαρθμός , EM 723.2 .σκαρπαδεῦσαι, v. σκαπερδεύω .σκάρτας: ταχύς, Hsch.
σκαρφᾶσθαι: σκεδάννυσθαι, Id. (Cf.Ῥοδοσκάρφα.)σκάρφος, v. κάρφος .