σκελετ-ός,ή,όν, (σκέλλω)
A. dried up, withered, Κινησίας ς., ἄπυγος
Pl.Com. 184.3
; ς. δάκος
Nic. Th. 696
.
II. Subst. σκελετός,ὁ ,dried body, mummy,Λάμπρος . . Μουσῶν ς. Phryn.Com. 69 , cf. Str. 17.3.8 , Plu. 2.148a , 735f ;ἡμιθανῆ ς. AP 11.392 ( Lucill. );τῶν ὑπὸ γῆν ς. λεπτότατοςib. 92 (Id.); κείσεται ς. καὶ τὸ μηδὲν γενόμενος
Plu. Ant. 75
.
2. skeleton, Phld. Mort. 30 , Gal. 2.221 , 222 , 734 , al.
III.
v. σκελετά .