σκέλλω,aor. 1 ἔσκηλα, opt.
A.
σκήλειε
Il.
(v. infr.), ἔσκειλα
Zonar.
:— Pass. ,v.infr. 11 :—dry up, parch, μὴ μένος ἠελίοιο σκήλει' ἀμφὶ περὶ χρόα ἴνεσιν ἠδὲ μέλεσσιν
Il. 23.191
; cf.ἐνσκέλλω.
II.
Pass.
σκέλλομαι( κατα-
A. Pr. 481
):fut.
σκελοῦμαι
Hsch.
: intr.pf.
Act.