σκῐάζω, S. Fr. 776 , etc.:fut.
Att.
σκιῶ(κατα-) Id. OC 406 :aor.
A.
ἐσκίασα
Il. 21.232
, Hes. Op. 613 (συ-), Luc. Zeux. 5 :— Pass. , ἐσκιάσθην
E. Andr. 1115
(v.l.), Arist. Col. 792a22 :pf.
ἐσκίασμαι
Semon. 7.66
: (σκιά):—overshadow, shade, darken, εἰς ὅ κεν ἔλθῃ δείελος ὀψὲ δύων σκιάσῃ δ' ἐρίβωλον ἄρουραν
Il. 21.232
; Ἄθως σκιάζει νῶτα Λημνίας βοός
S. Fr. 776
; ς. τὰ ἡλιούμενα
X. Oec. 19.18