σκίδνημι, collat. form ofσκεδάννυμι(q.v.),
A. disperse, Heraclit. 91 , Aret. SD 1.5 , Plu. 2.933d ; used by Hom. in compd.διασκίδνημι.
II. mostly Pass.
σκίδναμαι, onlypres.andimpf.,to be spreadorscattered, disperse, freq. of a crowd or assembly, αὐτοὶ δ' ἐσκίδναντο κατὰ κλισίας τε νέας τε
Il. 1.487
; ἐπὶ σφέτερα σκίδνασθαι
Od. 1.274
; ἐσκίδναντο ἑὴν ἐπὶ νῆα ἕκαστος
Il. 19.277
; ἐπὶ νῆας ἕκαστοι ἐσκίδναντ' ἰέναι
24.2
; σκίδνασθ' ἐπὶ ἔργα ἕκαστος
Od. 2.252
;ἐσκίδναντο ἑὰ πρὸς δώμαθ' ἕκαστοςib. 258 ; of foam or spray, ὑψόσε δ' ἄχνη σκίδναται
Il. 11.308