σκιερόςor (less freq.)σκιᾰρός,ά,όν, (σκιά)
A. shady, giving shade, ἐν νέμεϊ σκιερῷ
Il. 11.480
; ἄλσος ὕπο σκιερόν
Od. 20.278
; σκιαρόν τε φύτευμα
Pi. O. 3.18
; σκιεροῖσιν ὑφ' ἕρνεσιν
Ibyc. 1.5
; σκιερᾷ δάφνᾳ
E. IT 1246
(lyr.); ὦ σκιερὰ φυλλάς
Id. Fr. 308
(anap.); ὄρος σκιερόν
Ar. Av. 349
(lyr.);σκιεροῖσι πόθοισιlongingsfor the shade, Opp. H. 4.438 .
2. shady, in the shade, σκιεροὺς θώκους