σκινδάλᾰμος [ᾰλ], Att.
σχινδάλᾰμος,ὁ,
A. splinter, in form σχινδαλμός
Hp. Mul. 2.133
(σκινδαλαμός, σχιδαλαμός, etc. in codd.);σκινδαλμός, Dsc. 1.18 .
II. metaph.,λόγων ἀκριβῶν σχινδάλαμοιstrawsplittings, quibbles, Ar. Nu. 130 , cf. Ra. 819 , Luc. Hes. 5 ; so σκινδαλμούς
Alciphr. 3.64
:—cf.ἀνασχινδυλεύω.