σκίπτω, given as etym. ofσκίφοςandξίφος, Sch. Il. 1.220 ; cf.σκίπει: νύσσει, Hsch. ;σκίψαι: ὀκλάσαι, Ἀχαιοί, Id.
σκίπτω
Gloss
σκίπτω , given as etym. of σκίφος and ξίφος , Sch. Il. 1.220 ; cf. σκίπει: νύσσει , Hsch. ; σκίψαι: ὀκλάσαι, Ἀχαιοί , Id.
σκίπτω , given as etym. of σκίφος and ξίφος , Sch. Il. 1.220 ; cf. σκίπει: νύσσει , Hsch. ; σκίψαι: ὀκλάσαι, Ἀχαιοί , Id.
σκίπτω, given as etym. ofσκίφοςandξίφος, Sch. Il. 1.220 ; cf.σκίπει: νύσσει, Hsch. ;σκίψαι: ὀκλάσαι, Ἀχαιοί, Id.