σκιρτ-άω, Ion.
σκιρτ-έω
Opp. C. 4.342 :—Frequentat. ofσκαίρω,
A. spring, leap, bound, of young horses, αἱ δ' ὅτε μὲν σκιρτῷεν ἐπὶ ζείδωρον ἄρουραν . ., ἀλλ' ὅτε δὴ ς. ἐπ' εὐρέα νῶτα θαλάσσης
Il. 20.226
, 228 ; πῶλοι ἐσκίρτων φόβῳ
E. Ph. 1125
; of goats, Theoc. 1.152 ; of the Bacchae, E. Ba. 446 ; ὀρχεῖσθε καὶ ς. καὶ χορεύετε
Ar. Pl. 761
, cf. V. 1305 ;ἅλλεσθαι καὶ ς. Pl. Lg. 653e : also of wind, σκιρτᾷ δ' ἀνέμων πνεύματα πάντων
A. Pr. 1085
(anap.).
2. metaph.,to be skittish, unruly, E. Fr. 362.31 , Pl. R. 571c , etc.