σκνῑπός(B),ή,όν,
A. dim-sighted, ἢ τυφλὸς ἤ τις σκνιπός
Semon. 19
;σκνιφός, Hsch. (who also citesσκνίφος: τὸ σκότος); cf.ὑπόσκνιφος, -σκνιπος.
dim-sighted
σκνῑπός(B),ή,όν,
A. dim-sighted, ἢ τυφλὸς ἤ τις σκνιπός
Semon. 19
;σκνιφός, Hsch. (who also citesσκνίφος: τὸ σκότος); cf.ὑπόσκνιφος, -σκνιπος.