ς[κ]οίθης: διάβολος, Ἀττικοί, λάλος, στωμύλος, Hsch. : cf.σοίθηςandψοίθης.
ς[κ]οίθης:
Gloss
ς[κ]οίθης: διάβολος, Ἀττικοί, λάλος, στωμύλος , Hsch. : cf. σοίθης and ψοίθης .
ς[κ]οίθης: διάβολος, Ἀττικοί, λάλος, στωμύλος , Hsch. : cf. σοίθης and ψοίθης .
ς[κ]οίθης: διάβολος, Ἀττικοί, λάλος, στωμύλος, Hsch. : cf.σοίθηςandψοίθης.