LSJσκονδάμναGlossmurmur, mutterσκονδάμνα,=ῥάφανος, Hsch.σκόνδρον: δρυπτόν, ἢ δρύπτει, Id.σκονθύλλω,A. murmur, mutter, Phot.ReferencesPhot.Related Lemmasσκόνδρον:σκονθύλλω