σκοπελ-ώδης,ες,=σκοπελοειδής νησίδιονSch. Theoc. 13.22 .
σκοπελ-ώδης
Gloss
σκοπελ-ώδης , ες ,= σκοπελοειδής νησίδιον Sch. Theoc. 13.22 .
σκοπελ-ώδης , ες ,= σκοπελοειδής νησίδιον Sch. Theoc. 13.22 .
σκοπελ-ώδης,ες,=σκοπελοειδής νησίδιονSch. Theoc. 13.22 .