σκορδῐ́ν-ημα,ατος,τό,
A. stretching, Hp. Epid. 2.3.1 ; alsoσκορδῐν-ησμός,ὁ, ib. 6.5.1 (σκορδῐν-ισμόςcodd., as in Gal. 17(2).244 ).
stretching
σκορδῐ́ν-ημα,ατος,τό,
A. stretching, Hp. Epid. 2.3.1 ; alsoσκορδῐν-ησμός,ὁ, ib. 6.5.1 (σκορδῐν-ισμόςcodd., as in Gal. 17(2).244 ).