LSJσκῠβᾰ́λ-ισμαGlossσκῠβᾰ́λ-ισμα , ατος , τό ,= σκύβαλον , Ps.-Phoc. 156 .σκῠβᾰ́λ-ισμα,ατος,τό,=σκύβαλον, Ps.-Phoc. 156 .