σοβ-έω,
A. scare awaybirds, ἡμεῖς δὲ . ., οὐ σοβοῦντος οὐδενὸς ἀνεπτόμεσθ'
Ar. Av. 34
;ἐπειδὴ τουτονὶ σεσοβήκαμεν(just above he had been calledστροῦθος) Id. V. 211 ; ς. τὰς ἀλεκτρυόνας
Pl.Com. 20
;οὐ σοβήσετ' ἔξω τὰς ὄρνιθας ἀφ' ἡμῶν; Men. 167 ; τέττιγας
Arist. HA 556b14
; μυίας
Thphr. Char. 25.5
;drive along,ὥσπερ αἰπόλιον . . αὐτοὺς τῇ ῥάβδῳ ς. Luc. Cat. 3 ;ἔχοντες ξύλα σοβοῦσι τὴν ὕληνtheyscarethe wood (i.e.beatit so as to put up the birds), Arist. HA 620a35 .
2. generally,drive away, clear away, τὴν κόνιν
X. Eq. 5.5
:— Pass. , τὰς ἄλλας φροντίδας . . σεσοβῆσθαι
Hp. Ep. 12
.