σπᾰν-ίζω, of things,
A. to be rare, scarce, [καλὰ ἔργα] Βασσίδαισιν οὐ ς. Pi. N. 6.31 ; τοὐλαίου σπανίζοντος
Ar. V. 252
; τὰ παρ' ἀμφοτέροις σπανίζοντα
D.S. 2.54
, etc.; of books, Gal. 17(1).605 .
2. of persons,lack, be in want of, c.gen., ὑδάτων
Hdt. 2.108
;χρημάτων, βίου, Id. 1.187 , 196 ; οὐ σπανίζοντες φίλων
A. Ch. 717
;πέπλων, πομπῆς, βωμοῦ, etc., E. Med. 960 , IA 352 (troch.), Hel. 800 , etc.; νεῶν μακρῶν
Th. 1.41
; τροφῆς
Id. 4.6
, etc.; of a country, ς. πεύκης
Thphr. HP 5.7.1