σπῆλυγξ,υγγος,ἡ,
A.
= σπήλαιον ,cave, οἰκεῖ σπήλυγγας
Arist. HA 616b26
, cf. Theoc. 16.53 , A.R. 2.568 ; Νυμφῶν ὑπὸ ς. αὐτόστεγον
Dionys.
Trag. 1 ; πόντος ἐνὶ σπήλυγξι βαθείαις
Hymn.Is. 151
.
cave
σπῆλυγξ,υγγος,ἡ,
A.
= σπήλαιον ,cave, οἰκεῖ σπήλυγγας
Arist. HA 616b26
, cf. Theoc. 16.53 , A.R. 2.568 ; Νυμφῶν ὑπὸ ς. αὐτόστεγον
Dionys.
Trag. 1 ; πόντος ἐνὶ σπήλυγξι βαθείαις
Hymn.Is. 151
.