σπινθ-ήρ,ῆρος,ὁ,
A. spark, Ar. Pl. 1053 , Arist. Ph. 205a12 , Cael. 276a4 ; of a meteor, τοῦ δέ τε πολλοὶ ἀπὸ σπινθῆρες ἵενται
Il. 4.77
: metaph., ἐμβαλὼν ς. Μεγαρικοῦ ψηφίσματος ἐξεφύσησεν πόλεμον
Ar. Pax 609
; ἐκ τούτου τοῦ ς. ἐξεκαύθη πόλεμος
Plb. 18.39.2
; ὀφθαλμοὺς σπινθῆρας ἔχεις
AP 12.196
( Strat. ), cf. LXX Wi. 11.18 .