σποδώδης,ες,=σποδοειδής, App. BC 5.114 ; of taste,τὸ ς. Gal. 14.293 .
σποδώδης
Gloss
σποδώδης , ες ,= σποδοειδής , App. BC 5.114 ; of taste, τὸ ς . Gal. 14.293 .
σποδώδης , ες ,= σποδοειδής , App. BC 5.114 ; of taste, τὸ ς . Gal. 14.293 .
σποδώδης,ες,=σποδοειδής, App. BC 5.114 ; of taste,τὸ ς. Gal. 14.293 .