στᾰλ-άσσω, lateστᾰ́λ-ττω( Porph. in Harm. p.195.10 W.):aor.
A.
ἐστάλαξα
Lyc. 37
, LXX Mi. 2.11 :
I. let drop,δάκρυ ς. E. Hel. 633 (lyr.); ς. ἐς οἶδμα . . δακρύων . . αὐγάς
Id. Hipp. 738
(lyr.); σκηπτὸς ς . . . φόνον
Id. Andr. 1046
(lyr.);ἠμιτύβιον σταλάσσονa napkindripping wet, Sapph. 116 : metaph., τοὺς ἐν τῷ διαλέγεσθαι δυσφόρους καὶ κατ' ὀλίγας λέξεις σταλάττοντας
Porph.
l.c.
II. drop, drip, E. Ph. 1388 .