στεῖρος,ον
E. Andr. 711 ,
A. barren, of females,ἣ στεῖρος( v.l. for στερρὸς (B)) οὖσα μόσχος
E.
l.c.; εὐνούχους στείρους
Man. 1.125
.
barren
στεῖρος,ον
E. Andr. 711 ,
A. barren, of females,ἣ στεῖρος( v.l. for στερρὸς (B)) οὖσα μόσχος
E.
l.c.; εὐνούχους στείρους
Man. 1.125
.