LSJστελγιδοποιόςGlossστελγιδοποιός , στελγίς , στέλγισμα , στέλγιστρον , v. στλεγγ- .στελγιδοποιός,στελγίς,στέλγισμα,στέλγιστρον,A.v. στλεγγ- .Related Lemmasστελγίςστέλγισμαστέλγιστρον