LSJστεναγ-μώδηςGlossστεναγ-μώδης , ες ,= στεναγματώδης, ἀναπνοή Paul.Aeg. 3.20 .στεναγ-μώδης,ες,=A.στεναγματώδης, ἀναπνοήPaul.Aeg. 3.20.ReferencesPaul.Aeg. 3.20