στερκ-τικός,ή,όν,
A. disposed to love, affectionate, πρὸς τὰ συνήθη
Arist. HA 629b11
; τέκνων
Plu. 2.7e
;τὸ ς.,
= στοργή , ib. 769c , cf. Alex. 8 ;ἔχομεν φύσει τι ς. Arr. Epict. 2.10.23 .
disposed to love, affectionate
στερκ-τικός,ή,όν,
A. disposed to love, affectionate, πρὸς τὰ συνήθη
Arist. HA 629b11
; τέκνων
Plu. 2.7e
;τὸ ς.,
= στοργή , ib. 769c , cf. Alex. 8 ;ἔχομεν φύσει τι ς. Arr. Epict. 2.10.23 .