στεῦμαι, Epic Verb, used by Hom. only in3 sg. pres.andimpf.,στεῦται, στεῦτο, once by A. in3 sg. στεῦται;1 sg. στεῦμαιcj. forὑπισχνοῦμαιin Orph. L. 82 ,3 pl. impf.
A.
στεῦντο
Maiist. 60
:—In Il. always withinf. fut.,make as if one would . . , promiseorthreaten that one will . ., στεῦται γάρ τι ἔπος ἐρέειν
Il. 3.83
; στεῦτο γὰρ εὐχόμενος νικησέμεν
2.597
; στεῦται γὰρ νηῶν ἀποκόψειν ἄκρα κόρυμβα
9.241
; στεῦτο γὰρ . . οἰσέμεν ἔντεα καλά
18.191
; στεῦτο . . ἀπολεψέμεν οὔατα χαλκῷ
21.455
; ἐμοί τε καὶ Ἥρῃ στεῦτ' ἀγορεύων Τρωσὶ μαχήσεσθαι