LSJστιλβ-ότηςGlossστιλβ-ότης , ητος , ἡ , v.l. for στιλπνότης , Plu. Alex. 57 .στιλβ-ότης,ητος,ἡ,A.v.l. for στιλπνότης , Plu. Alex. 57 .ReferencesPlu. Alex. 57