στολοκρατές: τὸ τῆς Ἰοῦς μέτωπον, διὰ τὰ κέρατα, Hsch. (= Trag.Adesp. 598 , fort.στολόκρου κρατός).
στολοκρατές:
Gloss
στολοκρατές: τὸ τῆς Ἰοῦς μέτωπον, διὰ τὰ κέρατα , Hsch. (= Trag.Adesp. 598 , fort. στολόκρου κρατός ).
στολοκρατές: τὸ τῆς Ἰοῦς μέτωπον, διὰ τὰ κέρατα , Hsch. (= Trag.Adesp. 598 , fort. στολόκρου κρατός ).
στολοκρατές: τὸ τῆς Ἰοῦς μέτωπον, διὰ τὰ κέρατα, Hsch. (= Trag.Adesp. 598 , fort.στολόκρου κρατός).