στονόεις,εσσα,εν, (στόνος)
A. causing groansorsighs, βέλεα
Il. 8.159
;στονόεσσαν ἀϋτήν(war-cry) Od. 11.383 ; στονόϝεσσαν ἀϝυτάν
IG 9(1).868
(Corc.,vi B.C.); ὅμαδος
Pi. I. 8(7).25
; ὀϊστοί
Od. 21.60
; κήδεα
9.12
; εὐνή
17.102
; ἄεθλοι
Hes. Sc. 127
; πλαγά
A. Pers. 1053
(lyr.); σίδαρος