στόρθη: τὸ ὀξὺ τοῦ δόρατος, καὶ ἐπιδορατίς, Hsch. (cf. sq.).
στόρθη:
Gloss
στόρθη: τὸ ὀξὺ τοῦ δόρατος, καὶ ἐπιδορατίς , Hsch. (cf. sq.).
στόρθη: τὸ ὀξὺ τοῦ δόρατος, καὶ ἐπιδορατίς , Hsch. (cf. sq.).
στόρθη: τὸ ὀξὺ τοῦ δόρατος, καὶ ἐπιδορατίς, Hsch. (cf. sq.).