στοχ-αστής,οῦ,ὁ,
A. diviner, LXX Is. 3.2 ; τῶν μελλόντων
J. BJ 4.4.6
.
2. one who aims at, τῶν πιθανῶν καὶ εἰκότων, ἀλλ' οὐχὶ τῆς ἀκραιφνοῦς ἀληθείας
Ph. 1.10
.
diviner
στοχ-αστής,οῦ,ὁ,
A. diviner, LXX Is. 3.2 ; τῶν μελλόντων
J. BJ 4.4.6
.
2. one who aims at, τῶν πιθανῶν καὶ εἰκότων, ἀλλ' οὐχὶ τῆς ἀκραιφνοῦς ἀληθείας
Ph. 1.10
.