LSJστρατᾱγέωGlossστρατᾱγέω , στρατᾱγός , v. στρατηγέω, στρατηγός .στρατᾱγέω,στρατᾱγός,A.v. στρατηγέω, στρατηγός .Related Lemmasστρατᾱγός