στρέμμα,ατος,τό,
A. that which is twisted, thread, στυππίου
LXX Jd. 16.9
.
2. twist, roll,= στρεπτός
11.2
, Hsch.
II. wrench, stram, sprain, Hp. Off. 23 ; κἂν ῥῆγμα κἂν στρέμμα
D. 2.21
, 11.14 , cf. Dsc. 1.85 , Gal. 10.890 .
III. conspiracy, band of conspirators, συνέστρεψε στρέμματα
LXX 4 Ki. 15.30
(cod. B).