στροβ-έω, A. Ch. 1052 , etc.:fut.
A.
στροβήσω
Lyc. 756
:aor.
ἐστρόβησα
Plu. Num. 13
:— Pass. and Med. ,v.infr.:pf.
ἐστρόβημαι
Lyc. 172
: (στρόβος, cf.στρόμβος):—twirlorwhirl about, πάντα τρόπον σαυτὸν στρόβει
Ar. Nu. 700
, cf.Com Adesp.
219 ;στρόβει(sc.σεαυτόν) Ar. Eq. 386 , V. 1528 : metaph.,τίνες σὲ δόξαι . . στροβοῦσι; A. Ch. 1052 (for Ag. 1215
v. ὑποστροβέω );distract, distress, ὁ φόβος αὐτοῦ μή με στροβείτω
LXX Jb. 9.34