LSJστρογγῠ́λ-ευμαGlossστρογγῠ́λ-ευμα , ατος , τό ,= γογγύλωμα , Hsch. (pl.).στρογγῠ́λ-ευμα,ατος,τό,=γογγύλωμα, Hsch. (pl.).