LSJστρομβ-όωGlossστρομβ-όω , 3 sg. στρομβοῖ: συστρέφει καὶ τὰ ὅμοια , Hsch.στρομβ-όω,3 sg. στρομβοῖ: συστρέφει καὶ τὰ ὅμοια, Hsch.