στρωμνάομαι, inpf. part. ἐστρωμνημένος: ὁ ἐν τῇ στρωμνῇ μένων, Phot.
στρωμνάομαι
Gloss
στρωμνάομαι , in pf. part. ἐστρωμνημένος: ὁ ἐν τῇ στρωμνῇ μένων , Phot.
στρωμνάομαι , in pf. part. ἐστρωμνημένος: ὁ ἐν τῇ στρωμνῇ μένων , Phot.
στρωμνάομαι, inpf. part. ἐστρωμνημένος: ὁ ἐν τῇ στρωμνῇ μένων, Phot.