στρω-τός,ή,όν,
A. spread, laid, covered, λέχος
Hes. Th. 798
, E. Or. 313 ; λέκτρα
Id. Hel. 1261
;στρωτὰ φάρη,=στρώματα, S. Tr. 916 .
spread, laid, covered
στρω-τός,ή,όν,
A. spread, laid, covered, λέχος
Hes. Th. 798
, E. Or. 313 ; λέκτρα
Id. Hel. 1261
;στρωτὰ φάρη,=στρώματα, S. Tr. 916 .