στυμνός,ή,όν,
A. solid, στυπτηρία
PHolm. 18.4
(στημ-Pap.); glossed byσκληρόςin Hdn.Gr. 1.174 , Hsch.
στύμος: στέλεχος, κορμός, Id.
solid
στυμνός,ή,όν,
A. solid, στυπτηρία
PHolm. 18.4
(στημ-Pap.); glossed byσκληρόςin Hdn.Gr. 1.174 , Hsch.
στύμος: στέλεχος, κορμός, Id.