LSJστῠφόειςGlossστῠφόεις , εσσα , εν ,= στυπτικός , v.l. in Nic. Al. 375 (v. Sch. l.c.); cf. στύφω .στῠφόεις,εσσα,εν,=στυπτικός,v.l. inNic. Al. 375 (v. Sch. l.c.); cf.στύφω.