LSJσύαγχοςGlossσύαγχος [ ῠ]: ῥίζα, ἐν ᾗ οἱ σῦς θηρεύονται , Hsch. συαγών , v. σιαγών .σύαγχος[ῠ]: ῥίζα, ἐν ᾗ οἱ σῦς θηρεύονται, Hsch.συαγών,A.v. σιαγών .Related Lemmasσυαγών