συγκαθαιρέω, Ion.
συγκατ-,
A. put down together, join in putting down, τὸν βάρβαρον
Th. 1.132
; τὴν ἐκείνων δύναμιν
Id. 6.6
; τοὺς κρατοῦντας
Id. 8.46
.
2. take down withothers,ἐκείνην τοῖς ὑπηρέταις συγκαθεῖλε withtheirhelp took downher body, Plu. Agis 20 ;σορτίον ς.help to takeitoff, opp.συνανατιθέναι, Pythag. ap. Porph. VP 42 , cf. D.L. 8.17 .
II. win withany one,πέντε σφι ἀγῶνας τοὺς μεγίστους ς. Hdt. 9.35 .