συγ-κᾰλύπτω,
A. coverorveil completely, σὺν δὲ νεφέεσσι κάλυψε γαῖαν
Od. 5.293
; ς. τι χρόνῳ
E. Ph. 872
, cf. Pl. R. 452d ; τὴν ἀλήθειαν
Olymp.Alch. p.70
B. ; συγκαλύψαντές μου τὴν κεφαλήν
BGU 1816.19
(i B.C.);ὁ συγκεκαλυμμένος πατήρ, with reference to a well-known fallacy (cf. ἐγκαλύπτω
1
), Epicur. Nat. 9 ;ἐξάγει συγκεκαλυμμένην muffled up, Plu. Num. 10 , cf. LXX Su. 39 :— Med. ,aor. συγκαλύψασθαι,wrap oneself up, cover one's face, X. Cyr. 8.7.28 , Smp. 1.14 ; -ψασθαι τὴν κεφαλήν
IG 42(1).126.6
(Epid.,ii A.D.).
2. intr. in Act. , λόγος συγκαλύψας ἀχλύϊ