σύγκαμμα,ατος,τό, dat. pl.συγκάμμασι(-κλάσμασιcod.),
A.
gloss on λυγίς μασι , Hsch. (fr.συγκάμπτω).
σύγκαμμα , ατος , τό , dat. pl. συγκάμμασι ( -κλάσμασι cod.), gloss on λυγίς μασι , Hsch. (fr. συγκάμπτω ).
σύγκαμμα,ατος,τό, dat. pl.συγκάμμασι(-κλάσμασιcod.),
A.
gloss on λυγίς μασι , Hsch. (fr.συγκάμπτω).