συγκάμνω,
A. labourorsuffer with, sympathize with, σοῖς πήμασι
A. Pr. 414
(lyr.), cf. 1059 (anap.); κακοῖσι σοῖσι
E. Alc. 614
; συγκαμνούσης [τῇ γαστρὶ] τῆς ζωτικῆς δυνάμεως
Gal. 15.599
; [ ἡ ψυχὴ] συννοσεῖ [τῷ σώματι] καὶ συγκάμνει
Plu. 2.137d
.
2. work with,τινι
S. El. 987 , PSI 9.1075.6
(v A.D.); τῇδε χθονί
E. Rh. 396
; ἕν μοι . . σύγκαμε
Id. HF 1386
; τὰ πολλά