συγκατα-βῐόω,
A. live withortogether, μετ' εὐνοίας
Plu. 2.754a
, cf. Alciphr. 1.32 ;ἡ κακία τοῖς πολλοῖς ς. Plu. 2.500f .
live with
συγκατα-βῐόω,
A. live withortogether, μετ' εὐνοίας
Plu. 2.754a
, cf. Alciphr. 1.32 ;ἡ κακία τοῖς πολλοῖς ς. Plu. 2.500f .